Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Εχθρός στον Καθρέφτη

Ξεχασμένο Αίμα

Κι όμως,
το νιώθω...

θα' ρθει μια μέρα
που θα το ξεκολλήσω
τούτο το ζορισμένο ψεύτικο χαμόγελο
του Tίποτα
και θα βουτήξω στα βαθιά
μες στο πηγάδι που κοχλάζει το ξεχασμένο μου αίμα.

Θα' ρθει μια μέρα
που θα θυμηθώ τους ξεχασμένους πόνους
και θα μουλιάσω το ξεραμένο μου μαντήλι

Όχι για να πονέσω...
όχι μόνο...
Ούτε για να πνιγώ μες στους νεκρούς μου,
αν καταφέρω...

Μονάχα εκείνη την φωτιά
που θα λευτερωθεί
Μονάχα εκείνο τον χορό που θα χορέψω
ουρλιάζοντας στην έκσταση του Είμαι!

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Iερή Μανία


Κι είναι μια λύσσα ιερή,
σαν όλα μέσα σου ανασταίνονται
έτοιμα για το Ουρλιαχτό.

Που ο κόσμος όλος κρύβεται
κι αλλάζει μες στις φλέβες σου
από την αρχή.

Που ο χρόνος παύει,
στίγματα πάνω στο κορμί σου
Ποιος κοιτά; Κανείς.
Μπορείς να παίξεις.

Να τρίψεις τις πληγές
κι αν δεν ήταν εκεί, θα τις έφτιαχνες.
Αν δεν σκαλίσεις αίμα
νερό θα μείνει η απορία σου
.

Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Ο Κύριος Τίποτα

Θα μπορούσα να πω ότι το μισώ αυτό το ανθρωπάκι, όμως δεν θα’ ναι αλήθεια. Είναι πολύ λίγος για να προκαλέσει ένα βαθύ συναίσθημα. Στην πραγματικότητα μάλλον το ζηλεύω, για έναν λόγο που ξεπερνά τον ίδιο και αφορά στο είδος του: αν υποθέσουμε ότι σ’ αυτόν τον κόσμο ο καθένας δικαιούται μια ψήφο, ο κύριος Τίποτα δικαιούται δύο. Την δική του και αυτού που σκοτώνει με την ύπαρξή του.
    Τον ζηλεύω λοιπόν τον κύριο Τίποτα γιατί είναι το μόνο δείγμα ανθρώπου που κερδίζει. Είναι ο νικητής του νόμου της Επιβίωσης του Ευπροσάρμοστου. Κι αν όλοι οι λοιποί εξυπνάκηδες θα είχαμε βάλει το μυαλό μας να δουλέψει σ’ εκείνες τις απλές και καθαρές στροφές, θα το’ χαμε εξ’ αρχής μαντέψει ότι είναι ο μόνος με τα προσόντα να νικήσει. Ένα τίποτα είναι απόλυτα ευπροσάρμοστο. Η θέση είναι που προκαλεί την σύγκρουση.
    Ο κύριος Τίποτα είναι παντού. Πολλαπλασιάζεται τόσο ραγδαία όσο οι κοντινότεροι πραγματικοί του συγγενείς, οι αμοιβάδες. Είναι ένα δοχείο γεμάτο φλέβες, πέτσες, κόκαλα και υγρά, που κατουράει, τρώει και γαμάει, αντλώντας απ’ όλα μια αντίστοιχη ευχαρίστηση. Κι αν κάποιος –με  μιαν ανώμαλη διαστροφή να τον φέρει προ της πραγματικότητας μήπως τον ταρακουνήσει, θα τον πίεζε να κάνει έναν ποιοτικό διαχωρισμό ανάμεσα στην ικανοποίηση που αντλεί απ’ αυτά, θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Ή έτσι θα νόμιζε, μια που ο κύριος Τίποτα δεν έρχεται ποτέ σε δύσκολη θέση. Θα έβαζε τους τροχούς της νοητικής του ικανότητας να διανύσουν εκείνη την μικρούλα διαδρομή που είναι ικανοί, τόσο ξεκούραστα και φυσικά, πριν καταλήξει σε μιαν απλή απάντηση που θα φανέρωνε ότι «όταν κατουράει ανακουφίζεται η ουρήθρα του, όταν τρώει το στομάχι του, κι όταν γαμάει φεύγει μια ενοχλητική βαριά πίεση από το σώμα του.»
    Όχι βέβαια, δεν θα το έλεγε έτσι! Κάτι τέτοιο θα τον ανάγκαζε να αναρωτηθεί ποια είναι η διαφορά του από ένα ζώο και, όλα κι όλα, αν για κάτι είναι περήφανος, είναι για το ότι δεν έχει την παραμικρή σχέση με κανένα άλλο είδος. Άλλωστε, το να αντικρίσει τόσο ξεκάθαρα τον εαυτό του θα απαιτούσε μια ελάχιστη έστω δόση κυνισμού. Και για να γίνει κανείς κυνικός χρειάζεται πρώτα μια σκέψη που να τον ταλαιπωρεί με την ανεξαρτησία της για να την πυροβολήσει. Όμως οι σκέψεις του κυρίου Τίποτα κυκλοφορούν με την ταχύτητα σπερματοζωαρίου χωρίς καμία ελπίδα να φτάσει ποτέ σε καμία μήτρα. Και δυστυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο με το σπέρμα του. Φαίνεται ότι ακόμα και η φύση είναι με το μέρος του.
    Ο κύριος Τίποτα είναι πρωτίστως ειρηνιστής. Δεν το επέλεξε. Γεννήθηκε έτσι, γι’ αυτό και δεν έβαλε ποτέ ένα Ναι μ’ ένα Όχι μέσα του να συγκρουστούν κατ’ επιλογήν. Κάθε διαμάχη τον τρομάζει και τον κάνει να αισθάνεται απειλούμενος. Ο κύριος Τίποτα είναι το αβγό της Συντήρησης. Μα, τι τα θέλετε, η ζωή είναι σκληρή ακόμα και με τα πιο αγαθά της τέκνα, κι έτσι δυστυχώς δεν κατάφερε να το αποφύγει όσο θα ήθελε. Έχει κι αυτός μικρές ηρωικές εποποιίες να καμαρώσει. Είπε κάποτε στην μανούλα ότι δεν θέλει άλλα φασολάκια γιατί ποτέ δεν του άρεσαν στην πραγματικότητα, πάτησε πόδι όταν η γυναίκα του κουβάλησε την γάτα αγνοώντας την αλλεργία του, και κατάφερε να αρνηθεί όταν το αφεντικό του του ζήτησε να δουλέψει είκοσι ώρες χωρίς επιπλέον αμοιβή, αντί για τις δώδεκα που του ζητούσε πριν, αντί για τις οχτώ που τον πληρώνει. Σκατά. Και αυτά θα τα’ κανε, αλλά το σώμα του τον προδίδει.
    Ιδέες; Τι ιδέες; Ο κύριος Τίποτα δεν έχει ιδέες, εκτός αν εννοείτε το πόσο άξιος είναι στην ευρηματική τακτοποίηση των υποχρεώσεών του. Πέραν τούτου είναι ο πιο γνήσιος μηδενιστής. Έχει υποκύψει χωρίς την παραμικρή αντίσταση στο άσκοπο της οποιασδήποτε λειτουργίας πέραν αυτών που υπαγορεύουν τα εμφυτευμένα τσιπάκια του. Οι άνθρωποι γεννιούνται, μαθαίνουν γράμματα για να ξέρουν πού βάζουν την υπογραφή τους, γίνονται υπάλληλοι για να τρώνε, κάνουν παρέα με άλλους ανθρώπους για να μην βαριούνται (είναι βαρετό να τρως μόνος σου), γεννάνε, γιατί αν δεν ήταν πλασμένοι γι’ αυτό ο Θεός δεν θα τους είχε κάνει γόνιμους (ο κύριος Τίποτα έχει σε απεριόριστη εκτίμηση την Γνώση της Αυθεντίας, κι αυθεντία για τον σκοπό ύπαρξής του είναι μόνο ο κατασκευαστής του).

    Φαντάζει ένα ακίνδυνο ανθρωπάκι, έτσι δεν είναι; Κοιτάζει μόνο την δουλειά του, δεν ενοχλεί κανέναν, κι αν του περισσέψει κανένα ψίχουλο νιώθει ευτυχής να το προσφέρει σ’ αυτόν που λιμοκτονεί (διάολε! Άνθρωπος είναι, όχι ζώο!), αρκεί να βρεθεί δίπλα στο τραπέζι του πριν το μαζέψει για να το πετάξει στα σκουπίδια. Δεν θέλει φασαρίες ο κύριος Τίποτα. Δεν σου ζητάει, μην του ζητάς. Δεν είσαι άλλωστε τ’ αφεντικό του: ούτε ο Θεός, ούτε ο Εργοδότης, ούτε η Γυναίκα του.

Ίσως στο τέλος θα έπρεπε να τον αγαπήσω τον κύριο Τίποτα. Είναι ο απόλυτος φορέας καταστροφής ενός είδους που είναι ανίκανο να εξελιχθεί.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Σιωπή


Με κούρασαν οι λέξεις. Οι λέξεις που δεν είναι δικές μου, μα τις ψάχνω για σας, εσάς που είσαστε ξένοι… ξένοι, δεν μυρίζει ίδια το αίμα μας.

Δεν με νοιάζει πια να σας μιλήσω. Άλλα είναι τα λόγια που καταλαβαίνετε, κι εγώ αυτά τα λόγια δεν τα ξέρω, κι ούτε με νοιάζει να τα μάθω για να φθαρώ στην γλώσσα σας.

Όχι, δεν είμαι με κάθε μικρό. Μόνο αν είναι αδύναμος.
Δεν είμαι με κάθε αδύναμο. Μόνο αν παλεύει να γίνει σπουδαίος.
Δεν είμαι με κάθε σπουδαίο. Μόνο με τον σπουδαίο που ματώνει τα βράδια.

Σας αγαπώ μονάχα αν κλαίτε.
Μονάχα αν είδατε δυο μάτια απελπισμένα και λυγίσατε.
Αν κοιτάξατε τον καθρέφτη σας και καταλάβατε πόσα δεν γίνατε ακόμα.
Αν δεν ψάχνετε μπροστάρη
Κι αν δεν ονειρευόσαστε να γίνετε μπροστάρης.

Τον γδύνομαι τον ρόλο. Κάθε ρόλο. Δεν με νοιάζει.

Τώρα έρχομαι γυμνή.
Θα μείνω μόνο αν η γύμνια σας δεν με τρομάζει.
Δεν έχω χώρο για τους ναρκωμένους εφιάλτες σας.
Δεν έχω λόγο να με νοιάζει αν θα σωθείτε.

Όποιος δεν έχει το θάρρος να σκίσει την ψυχή με το μαχαίρι του
Δεν αξίζει να σωθεί.

Ο Νόμος


Τίποτα δεν μπορεί να υπερβεί τον Μέγα Νόμο.
Ό,τι σαπίζει και σκοτώνει περισσότερα απ’ όσα γεννά
πάντα θα αφανίζεται.
Το Σύμπαν δεν νοεί την καταστροφή του.
Κι όσο ζυγώνει το τέλος του
όλο και πιο αδίστακτο κατασπαράζει,
Αγριεμένο, χύνει το σπέρμα του
όπως ο μικρότερος Νόμος προστάζει,
στην αιώνια πάλη να κερδίσει
την δική του διαιώνιση.

Μην κλαις τώρα τους νεκρούς σου.
Κλείσε τα μάτια κι άκου το
εκεί μακριά,
να μουγκρίζει ξεψυχώντας.
Δεν θα το προλάβεις. Είναι κρίμα.
Θα’ θελες τόσο να πετάξεις πάνω στο πτώμα του
τις ομορφιές σου που σκότωσε.
Στο θάνατο όλοι είναι ίσοι.
Μόνο πρόλαβε!
Πρόλαβε να χύσεις στο χώμα τον καθαρό σπόρο!
Και τότε πότισέ τον με το δάκρυ της Λαχτάρας σου:
Να βλαστήσει!
Η λαχτάρα είναι η Εισπνοή του Σύμπαντος.

Οικείο Κακό

Στιγμές

Λαθρεπιβάτης